Λίγια λόγια για αυτό το ιστολόγιο

Ένα ιστολόγιο αφιερωμένο σε ότι είναι ελληνικό, όχι στην καταγωγή αλλά στην καρδιά... τραγούδια, εικόνες, ποιήματα, ότι έχει αξία και αξίες...!

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Ιστορία του Πατρινού Καρναβαλιού



Το Πατρινό καρναβάλι είναι η μεγαλύτερη αποκριάτικη εκδήλωση στην Ελλάδα. Οι εκδηλώσεις αρχίζουν στις 17 Ιανουαρίου και διαρκούν μέχρι την Καθαρή Δευτέρα. Το καρναβάλι της Πάτρας δεν είναι μόνο μια συγκεκριμένη εκδήλωση αλλά ένα σύνολο εκδηλώσεων που περιλαμβάνουν χορούς, παρελάσεις, κυνήγι κρυμμένου θησαυρού, καρναβάλι των μικρών κ.ά. Κορυφώνεται το τελευταίο Σαββατοκύριακο της Αποκριάς με τη νυχτερινή ποδαράτη παρέλαση των πληρωμάτων του Σαββάτου, τη φαντασμαγορική μεγάλη Παρέλαση αρμάτων και πληρωμάτων της Κυριακής και τέλος το τελετουργικό κάψιμο του βασιλιά καρνάβαλου στο μώλο της Αγίου Νικολάου στο λιμάνι της Πάτρας. Χαρακτηριστικές αρχές του είναι ο αυθορμητισμός, ο αυτοσχεδιασμός, η πηγαία έμπνευση και ο εθελοντισμός.


Ιστορία  

Οι περισσότερες απόψεις συγκλίνουν στο ότι αφετηρία του Πατρινού Καρναβαλιού υπήρξε ο πρώτος αποκριάτικος χορός μετά την απελευθέρωση, που δόθηκε το 1829 στην οικία του εμπόρου Μωρέττη. Όμως το καρναβάλι, όπως και οι περισσότερες αποκριάτικες εκδηλώσεις στη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια συνδέονται με αρχαίες παγανιστικές εκδηλώσεις και ιεροτελεστίες, όπως αυτές προς τιμή του Διονύσου. Μέσα στην καρδιά του χειμώνα, οι πιστοί με ειδικές γιορτές επικαλούνται τη θεότητα, η οποία ξαναγεννιέται για να φέρει και πάλι την Άνοιξη. Για να γυρίσουμε στη σύγχρονη περίοδο, ρόλο στην δημιουργία του Πατρινού Καρναβαλιού φέρονται να είχαν και οι γαλλικές δυνάμεις του στρατηγού Μαιζών, οι οποίες στάθμευαν στην πόλη μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Θεωρείται δηλαδή ότι μετέφεραν τα αποκριάτικα έθιμα της πατρίδας τους και τον καρναβαλικό τρόπο διασκέδασης τον οποίο προσέλαβαν οι ντόπιοι. Καθοριστική συνεισφορά στην εξέλιξη του θεσμού θεωρείται πως είχαν οι Επτανήσιοι, οι οποίοι συνέρρευσαν στην Πάτρα μετά την ένωση των Ιονίων Νήσων με την Ελλάδα το 1864. Πιστεύεται ότι με το κέφι τους, την ευρηματική τους διάθεση και τη ζωντάνια τους οι νησιώτες έδωσαν άλλο χρώμα στις αποκριάτικες διασκεδάσεις στην Πάτρα, που λάμβαναν τότε χώρα σε ταβέρνες και καφενεία. Επιπλέον, η ίδια η θέση της πόλης με την αυξανόμενη ακμή του λιμανιού της και τις συχνές επαφές με τη Δύση και ιδίως με την Ιταλία, με τα περίφημα καρναβάλια της όπως αυτό της Βενετίας συνέβαλαν με τα χρόνια στη διαμόρφωση του καρναβαλιού ώστε ακόμα και σήμερα να διαθέτει αρκετά μεσογειακά και δυτικότροπα χαρακτηριστικά.

Στη συνέχεια και ως συνέπεια της ευμάρειας της πόλης στα τέλη του 19ου αιώνα οι καρναβαλικές εκδηλώσεις παίρνουν πιο σταθερά χαρακτηριστικά. Η εμφάνιση των πρώτων καρναβαλικών αρμάτων τοποθετείται χρονικά στη δεκαετία του 1870. Αξίζει να σημειωθεί πως τα άρματα τότε ήταν αποκλειστικά κατασκευές ιδιωτών, μόνο αργότερα ανέλαβε ο Δήμος Πατρέων έναν μεγάλο αριθμό κατασκευών. Στην ίδια δεκαετία, το 1872 οικοδομείται με συνεισφορές πλούσιων σταφιδεμπόρων το Θέατρο "Απόλλων" και φιλοξενεί αποκριάτικους χορούς, όπως ακριβώς και σήμερα, που συνεχίζει να έχει κεντρικό ρόλο στις καρναβαλικές εκδηλώσεις. Το 1880 την ημέρα του Αγίου Αντωνίου κάνουν την εμφάνισή τους οι πρώτες μπούλες (ομάδες μεταμφιεσμένων που τριγυρίζουν στις γειτονιές και με χιουμοριστική διάθεση κάνουν πλάκα σε φίλους, γνωστούς αλλά και άγνωστους). Το έθιμο αυτό τείνει στις μέρες μας να εκλείψει. Όπως μαρτυρεί ο ιστορικός του Πατρινού Καρναβαλιού Νίκος Πολίτης την εποχή της Μπελ Επόκ διοργανώνονται ωραία καρναβάλια όπως τις χρονιές 1900, 1907, 1909 με τη συμμετοχή για πρώτη φορά ατόμων κάθε κοινωνικής τάξης και καταγωγής. Την εποχή εκείνη τοποθετείται και η εμφάνιση του εθίμου του αυγοπολέμου με κέρινα αυγά γεμάτα κομφετί (κατασκευασμένα σε ειδικές μηχανές) τα οποία έριχναν οι καρναβαλιστές από τα μπαλκόνια. Αν και το έθιμο αυτό έχει εξαφανιστεί σήμερα, θεωρείται πως αποτελεί πρόδρομο του σοκολατοπολέμου. Την αμέσως επόμενη δεκαετία τα πράγματα δεν είναι ευνοϊκά για το καρναβάλι, οι συνεχείς πόλεμοι και συγκρούσεις (Βαλκανικοί πόλεμοι, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εθνικός Διχασμός, Μικρασιατική εκστρατεία)στέλνουν τους άνδρες στο μέτωπο και φέρνουν στην πόλη οικονομική στενότητα και δυστυχία. Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια η κατάσταση δεν βελτιώνεται αισθητά, μόνο σποραδικές εκδηλώσεις μαρτυρούν την έλευση του Καρναβαλιού. Προφανή εξαίρεση αποτελούν τα εντυπωσιακότατα και ωραιότατα καρναβάλια των ετών 1938 και 1939. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και ο συνακόλουθος εμφύλιος θα φέρουν μια δεκαετή αναγκαστική διακοπή.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 γίνονται οι πρώτες διστακτικές σκέψεις για αναβίωση του καρναβαλιού. Οι πλέον απαισιόδοξοι προεξοφλούν την αποτυχία: "τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά". Κι όμως το καρναβάλι ξαναγεννιέται. Οι πρωτοπόροι μουσικοί όμιλοι "Ορφέας" και "Πατραϊκή Μαντολινάτα" έχουν τα ηνία της προσπάθειας. Το πατρινό καρναβάλι επιστρέφει στις ζωές των πατρινών αλλά και όλων των Ελλήνων, ιδίως όμως όσων είχαν την οικονομική δυνατότητα (κυρίως εύποροι Αθηναίοι) να ταξιδέψουν στην Πάτρα για να συμμετάσχουν στο καρναβάλι, όπως και στα περίφημα μπουρμπούλια. Την ίδια περίοδο ο κινηματογραφικός φακός αποτυπώνει στιγμιότυπα του καρναβαλιού σε ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Ακόμα πιο ιστορικές σκηνές βέβαια υπάρχουν και σε ιστορικά προπολεμικά επίκαιρα. Το 1956 το καρναβάλι γίνεται στόχος επιθέσεων χριστιανικών και άλλων ηθικιστικών οργανώσεων, που παραπληροφορημένες καταφθάνουν στην Πάτρα από άλλες περιοχές της Ελλάδας μεσούντος του καρναβαλιού για να καταγγείλουν όργια, διαφθορά, "Σόδομα και Γόμορρα" αλλά εμποδίζονται από την αστυνομία. Οι εντελώς ανυπόστατες κατηγορίες συναντούν την αδιαφορία ή την ενόχληση των Πατρινών και των επισκεπτών του καρναβαλιού. Είναι χαρακτηριστικό πως η τοπική εκκλησία δεν συμμερίζεται τις απόψεις των ταραξιών αφού γνωρίζει πως το καρναβάλι είναι μια εντελώς αθώα ψυχαγωγική εκδήλωση. Ακόμα, την ίδια εποχή σε ορισμένες περιπτώσεις επιβάλλεται άνωθεν λογοκρισία σε ορισμένες καρναβαλικές κατασκευές των οποίων το καυστικό πνεύμα έθιγε τα κακώς κείμενα. Τέλος το 1964 χρονιά θανάτου του βασιλιά Παύλου το Καρναβάλι θα ματαιωθεί.

Οι λιγοστές παραφωνίες με κανέναν τρόπο δεν σκιάζουν τη μεγαλοπρέπεια του καρναβαλιού το οποίο γνωρίζει πια μέγιστη πανελλαδική καταξίωση ενώ προσελκύει και το βλέμμα ορισμένων διεθνών ΜΜΕ. Το 1966 το καρναβάλι τίθεται σε νέες βάσεις. Ο δημοσιογράφος Νίκος Μαστοράκης φέρνει στην Πάτρα το Κυνήγι του Κρυμμένου Θησαυρού στο οποίο παίρνουν μέρος 94 Πατρινοί και επισκέπτες με τα αυτοκίνητα τους. Πρώτη νικήτρια αναδεικνύεται η ομάδα ενός φίλου του καρναβαλιού από τη Θεσσαλονίκη, του Άλκη Στέα ο οποίος θα δεχτεί να παρουσιάσει το παιχνίδι την επόμενη χρονιά. Έτσι, ο αείμνηστος πια Στέας γίνεται για δεκαετίες ο θρυλικός παρουσιαστής του καρναβαλιού το οποίο μπαίνει σε κάθε ελληνικό σπίτι από τις τηλεοπτικές συχνότητες της ΕΡΤ. Εκφράσεις του όπως "η καρναβαλούπολη της Ελλάδας", για την Πάτρα και "συνεχίστε να χορεύετε" προς τους καρναβαλιστές θα μείνουν ιστορικές. Το 1974 ξεκινά η σύγχρονη φάση του καρναβαλιού, οι καρναβαλιστές πείθονται να εγκαταλείψουν τα αυτοκίνητά τους και να παρελάσουν πεζή στους δρόμους (ως τότε μόνο τα άρματα παρήλαυναν). Το θέαμα κορυφώνεται, το καρναβάλι γιγαντώνεται και η Πάτρα κατακλύζεται από εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες.


Διοργανωτής

Ψυχή του καρναβαλιού αποτελούν οι δεκάδες χιλιάδες καρναβαλιστές Πατρινές, Πατρινοί, επισκέπτες και φίλοι του Πατρινού Καρναβαλιού άνθρωποι κάθε ηλικίας οι οποίοι συμμετέχουν αυθόρμητα στις καρναβαλικές εκδηλώσεις τόσο στις επίσημες όσο και σε εκατοντάδες άλλες ανεπίσημες όπως αποκριάτικοι χοροί, μπαλ μασκέ και γλέντια σε σπίτια, γειτονιές, κλάμπ, καφέ, εστιατόρια κτλ. Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες ένα μεγάλο μέρος της διοργάνωσης αναλαμβάνει σταθερά ο Δήμος Πατρέων μέσω της Δημοτικής Επιχείρησης Πολιτιστικής Ανάπτυξης Πάτρας (ΔΕΠΑΠ) η οποία εποπτεύει και το καρναβαλικό εργαστήρι, μοναδικό χώρο στην Ελλάδα όπου κατασκευάζονται τα μεγαλειώδη άρματα του βασιλιά Καρνάβαλου και της συνοδείας του καθώς και άλλες κατασκευές που κοσμούν την πόλη στη διάρκεια της Αποκριάς. Το καρναβάλι ενίοτε λαμβάνει την οικονομική στήριξη του ΥΠΠΟ και άλλων φορέων. Όμως η επίσημη στήριξη είτε δημοτική είτε κρατική ήρθε να ενισχύσει έναν πατροπαράδοτο θεσμό και όχι να δημιουργήσει κάτι εκ του μη όντος όπως συμβαίνει με τις αποκριάτικες εκδηλώσεις άλλων ελληνικών δήμων.


Τελετή Έναρξης

Στις 17 Ιανουαρίου κάθε χρόνο, κάνει την εμφάνισή του στους δρόμους της Πάτρας ο τελάλης του Πατρινού Καρναβαλιού, τα τελευταία χρόνια μια ειδική κατασκευή με τη μορφή μουσικού άρματος. Ο τελάλης αναγγέλλει με κάθε καρναβαλική επισημότητα την έναρξη του Καρναβαλιού με ένα σκωπτικό μήνυμά του και καλεί τους Πατρινούς να συγκεντρωθούν το βράδυ της ίδιας μέρας στην Τελετή Έναρξης, στην κεντρική πλατεία της πόλης, την Πλατεία Γεωργίου. Εκεί κατά τη διάρκεια μιας φαντασμαγορικής γιορτής με στοιχεία έκπληξης, μιας και το περιεχόμενό της κρατιέται μυστικό ως την τελευταία στιγμή, κηρύσσεται η έναρξη του Πατρινού καρναβαλιού από τον Δήμαρχο Πατρέων από τον εξώστη του Δημοτικού Θεάτρου Απόλλων.


Τσικνοπέμπτη

Η γιορτή της Τσικνοπέμπτης έχει ιδιαίτερο χρώμα στην Πάτρα εξαιτίας και της επιρροής του καρναβαλιού. Την ημέρα εκείνη εκατοντάδες Πατρινοί στήνουν ψησταριές σε κάθε σημείο της πόλης. Όμως επίκεντρο των εκδηλώσεων αποτελεί η Άνω Πόλη, η παλιά συνοικία Τάσι και κυρίως η οδός Γερμανού και οι δρόμοι γύρω από αυτή. Λαϊκά και καρναβαλικά δρώμενα, μουσικές κομπανίες συμπληρώνουν τη βραδιά της άφθονης κατανάλωσης ψητού κρέατος και οινοποσίας. Άλλοτε εκείνες της ημέρες πριν την Αποκριά στην Πάτρα αναβίωνε μια χαρακτηριστική παράδοση, "ο γάμος της Γιαννούλας της κουλουρούς". Η Γιαννούλα ήταν υπαρκτό πρόσωπο, επρόκειτο για μια φτωχή γυναίκα της Άνω πόλης που έζησε στην περίοδο πριν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και κύρια δραστηριότητά της ήταν η πώληση κουλουριών που της εξασφάλιζε τα προς το ζην. Ορισμένοι Πατρινοί εκμεταλλευόμενοι την αφέλειά της και το ευφάνταστο του χαρακτήρα της, της έταζαν πως θα την παντρέψουν με τον πρόεδρο της Αμερικής Ουίλσον. Η σχετική φάρσα περιλάμβανε άφιξη του Ουίλσον με πλοίο στο λιμάνι και άνοδό του στην Άνω πόλη όπου θα τελούνταν και ο γάμος με τη Γιαννούλα. Η εύπιστη κουλουρού υποδεχόταν τον υποτιθέμενο Ουίλσον, Ιούλσο όπως τον πρόφερε η ίδια, και που φρόντιζαν πάντα να τον ντύνουν με φράκο και ημίψηλο, αλλά ώσπου να αντιληφθεί την ειρωνεία της στιγμής, το πλήθος των συγκεντρωμένων για το γάμο είχε διασκεδάσει με την ψυχή του. Το θέαμα επαναλήφθηκε αρκετές χρονιές.


Καρναβάλι των Μικρών

Σημαντική καινοτομία της τελευταίας δεκαετίας -με ρίζες όμως στο baby rally που πρωτοδιοργανώθηκε το 1968- και πανευρωπαϊκή αποκλειστικότητα του Πατρινού Καρναβαλιού αποτελεί το Καρναβάλι των Μικρών που κορυφώνεται με την Μεγάλη Παρέλαση των Μικρών κάθε Κυριακή του Ασώτου. Εκείνη την ημέρα χιλιάδες μικροί καρναβαλιστές από την Πάτρα, τη Δυτική Ελλάδα αλλά και από όλη την Ελλάδα παρελαύνουν στους κεντρικούς δρόμους της Πάτρας σε ομάδες ανάλογα με το νηπιαγωγείο, το σχολείο τους, το φροντιστήριό τους, τη σχολή χορού τους. Μαζορέτες και η νεανική μπάντα του Δήμου συνοδεύουν τα παιδιά. Με την πάροδο των χρόνων το Καρναβάλι των Μικρών ακολουθεί τη δική του επιτυχημένη πορεία συναγωνιζόμενο επάξια εκείνο των μεγάλων. Ειδικά τραγούδια γράφονται γι αυτό, διεξάγονται ειδικοί διαγωνισμοί και παιχνίδια, ενώ το Καρναβαλικό Συνεργείο του Δήμου κατασκευάζει ειδικά άρματα εμπνευσμένα από δημοφιλή παραμύθια. Στην πλατεία Υψηλών Αλωνίων στήνεται συνήθως η καρναβαλούπολη, ογκώδεις χαρούμενες κατασκευές καρναβαλικού χαρακτήρα με τις οποίες μπορούν να παίξουν τα παιδιά. Αξιοσημείωτο είναι πως το καρναβάλι των Μικρών διεξάγεται σε συνθήκες απόλυτης ασφάλειας για τα παιδιά καθώς παρελαύνουν μαζί τους και οι δάσκαλοι, επιβλέποντες και οι κηδεμόνες τους. Το καρναβάλι των μικρών αποτελεί βασικό στοιχείο της καρναβαλικής διαπαιδαγώγησης των παιδιών και "φυτώριο" καρναβαλιστών.


Παιχνίδι Κρυμμένου θησαυρού

Οι ομάδες του Κρυμένου Θησαυρού συγκροτούνται είτε από μόνιμες συντροφιές καρναβαλιστών είτε από παρέες στα γυμνάσια και τα λύκεια της πόλης, συνάδελφους στη δουλειά ή γνωστούς στη γειτονιά. Έχουν ένα όνομα ως ομάδα και ένα θέμα - που δίνει και το όνομα κάθε χρονιάς- για τη μεταμφίεσή τους.Ανάλογα με την καρναβαλική θητεία- παιδεία των μελών και τον χρόνο που διαθέτουν προσανατολίζονται είτε μόνο στη συμμετοχή στις παρελάσεις είτε και στη συμμετοχή στα παιχνίδια και τους διαγωνισμούς του κρυμμένου θησαυρού. Αυτά τα παιχνίδια περιλαμβάνουν ερωτήσεις από ιστορία, φιλολογία, μαθηματικά ή από πρακτικές γνώσεις, ασκήσεις πλοήγησης μέσα από κρυμμένα ενδεικτικά στοιχεία διασκορπισμένα σε ολόκληρη την πόλη, καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς ζωγραφικής, παντομίμας, θεατρικών στιγμιοτύπων κι ότι άλλο βάλουν στο μυαλό τους οι διοργανωτές του παιχνιδιού. Οι επιδόσεις των ομάδων στις διάφορες φάσεις του παιχνιδιού βαθμολογούνται κι έτσι αναδεικνύεται ο μεγάλος νικητής. Αρκετές ομάδες διατηρούν γραφεία και λέσχες στη διάρκεια της καρναβαλικής περιόδου, πολλές διοργανώνουν πάρτυ και χορούς ή και δημόσιες εκδηλώσεις σε δρόμους και πλατείες. Μερικές μετέχουν στη παρέλαση έχοντας κατασκευάσει και καρναβαλικό άρμα σχετικό με το θέμα της μεταμφίεσής τους. Ο αριθμός των μελών μιας ομάδας κυμαίνεται από 50 άτομα έως 300, συχνά και περισσότερα. Στο καρναβάλι του 2006 πήραν μέρος 239 ομάδες. Τα τελευταία χρόνια στα μέλη τους περιλαμβάνονται κι άτομα από άλλες πόλεις που θέλουν όχι απλά να παρακολουθήσουν το πατρινό καρναβάλι άλλα και να συμμετάσχουν στις εκδηλώσεις του.:)


Μπουρμπούλια

Παραδοσιακό, αποκλειστικά πατρινό, έθιμο. Απογευματινοί χοροί στους οποίους οι ντάμες προσέρχονται ελεύθερα, χωρίς εισιτήριο και χωρίς συνοδό αλλά με μαύρο φαρδύ και μακρύ ντόμινο και μάσκα ώστε να μην αναγνωρίζονται και έχουν την πρωτοβουλία στην εκλογή καβαλιέρου στο χορό.
 Στα χρόνια που οι σχέσεις των δυο φύλλων ήταν υπό αυστηρή επιτήρηση το μπουρμπούλι ήταν μια ετήσια απόδραση και τόπος πραγματικών αλλά και φανταστικών ερωτικών περιπετειών. Γίνονται και σήμερα για να διατηρείται η παράδοση.


Νυχτερινή Ποδαράτη παρέλαση

Λέγεται και ποδαράτη επειδή δεν συμμετέχουν άρματα αλλά μόνο οι ομάδες του κρυμμένου θησαυρού. Η νύχτα, οι φωτισμοί, η γρήγορη ροή, τα χρώματα και το κέφι συνδυάζονται δίνοντας ένα φαντασμαγορικό θέαμα.


Μεγάλη Παρέλαση

Η κορυφαία εκδήλωση του Πατρινού Καρναβαλιού. Προηγούνται τα καρναβαλικά άρματα του Δήμου κι ακολουθούν χωρίς τελειωμό οι ομάδες του κρυμμένου θησαυρού. Παρά την ικανοποιητική ροή που επιτυγχάνεται η παρέλαση, λόγω του μεγάλου αριθμού των συμμετεχόντων ( 35-40.000 τα τελευταία χρόνια), διαρκεί αρκετές ώρες. Διασχίζει την πόλη, παρακολουθείται από δεκάδες χιλιάδες θεατές στα πεζοδρόμια, τα μπαλκόνια των σπιτιών και τις κερκίδες και μεταδίδεται τηλεοπτικά, όπως κι αυτή του Σαββάτου, από το εθνικό δίκτυο.


Τελετή Λήξης

Διεύρυνση της παραδοσιακής καύσης του άρματος του Καρνάβαλου με συναυλίες, χορούς, αποχαιρετισμό στο καρναβάλι που τέλειωσε, αναγγελίες για το επόμενο και πολλά- πολλά πυροτεχνήματα. Γίνεται στο λιμάνι το βράδυ της Κυριακής και μεταδίδεται, επίσης, τηλεοπτικά.




Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

Ύμνος εις την Ελευθερίαν (ποίημα)



Ο «Ύμνος εις την Ελευθερία» γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό, τον Μάιο του 1823 στην Ζάκυνθο. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Νικόλαο Μάτζαρο και το 1864 καθιερώθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.


Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι» να σου πει.

Άργειε να 'λθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σου έμενε να λες
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι
από την απελπισιά.

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή.
δεν είν' εύκολες οι θύρες,
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ' ανάσαση καμιά.
Άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φριχτά.

Άλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε να βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», ελέγαν οί σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σου ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του ή ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
που ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός, που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ' άνθια και καρπούς,

Εγαλήνευσε και εχύθη
καταχθόνια μία βοή,
και του Ρήγα σου απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή

Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
οσα αίσθάνετο ή καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά.

Μ' όλον που 'ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθη
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθη
που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημά του δείχνει
πως τα μέλη είν' δυνατά.
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού.

Και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζε ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

Άλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς.
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισίες οπού αγρικάς,

Σαν το βράχον οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό.

Οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ' εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π' ανανογιέται
πως. του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά.

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά.

Ερμιά, θάνατος και φρίκη,
όπου επέρασες κι εσύ.
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς,
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει, πάντα οπώς νικεί,
κι ας είν άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως είν' πολλά.
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή.
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Είν' άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν,
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά.
να, σας φθάνει. αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
Άλλος ύπνος δεν εγίνη
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί.

Και οι βροντές, και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράστεναν τον Άδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνοντ' ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο απο τη γη,
όσοι είν' άδικα σφαγμένοι,
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα
αστάχια εις τους αγρούς.
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό.

Εάν οι άνεμοι μές στ' άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά.

Και χορεύοντας μανίζουν
εις τους Έλληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθιά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
κι άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου.
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει,
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια οπού χουμάνε
περισσότερο είν' γοργά.

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη.
γι' αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη
δέν μείνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

Και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή.
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει. έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποίος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί.
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι.
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι.
δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.

Είς τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τά βελάσματα το άρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας.
τα παιδιά σας θέλ' ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο.

Και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς,
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκιά χεροπιασμένες,
στη σκιά βλέπω κι εγώ
κρινοδάκτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυχοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ.
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

«σ' αυτό», εφώναξε, «τo χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή.
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοί είν' αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν;
Επετάχτηχες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρόθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός.
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη,
ναι του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
"Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα έγώ.
πέστε, πού θ' αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή"».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του είσαι αδελφή;
Ποίος είν' άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σάν νά ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροη
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό.
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιτρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει
χέρι, ωσάν να βοηθηθεί.
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο οπού να νεκρωθεί.

Κεφαλές απελπισμένες,
με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.

Σβιέται - αυξαίνοντας η πρώτη
του Αχελώου νεροσυρμή -
το χλιμίτρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

Έτσι ν' άκουα να βουΐξει
το βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία,
μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά.

Σωριασμένα να τα σπρώξει
η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,
κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.

Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο.

Και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός.
πάντα, πάντα περισσεύει.
πολύ φλοίσβισμα και αφρός

Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί.

Το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.

Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία,
μ' ένα τύμπανο τερπνόν.

Και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο για σε.

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή.
κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ήλιου,
και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ.
όμως, όχι, δεν είν' ξένο
και το πέλαγο γιά σέ.

Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καίς.

Μ' επιθύμια να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι
Και δεν μνέσκει ένα κορμί.
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.

Κες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

Όλοι κλάψτε, αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς.
κλάψτε, κλάψτε. κρεμασμένος
ωσάν νά 'τανε φονιάς!

Έχει ολάνοικτο το στόμα
π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα.
λες πως θε να ξαναβγεί.

Η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει
και ημπορεί να πολεμεί.

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάχτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ' ανησυχιά.
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ' εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σας τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
"πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά.
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένα έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά".

Τέτοια αφήστενε φροντίδα,
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλιασθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί.
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
"Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Αβέλ καταβοά.
δεν είν' φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε,
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!"».
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...